ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜάΣ ΚΡΑΤΑΝΕ ΞΥΠΝΙΟΥΣ

Τρίτη, 5 Δεκεμβρίου 2017

Περί εξουσίας

Μόλις κυκλοφόρησε στα βιβλιοπωλεία:
Από τις διαμάχες που γίνονται για την εξουσία, η μόνη οντότητα που ποτέ δεν βλάπτεται είναι η ίδια η εξουσία. Συνήθως αυτή δυναμώνει και ο βαθμός κυριαρχίας και ελέγχου πάνω στους ανθρώπους εντείνεται.
Παρ’ όλες τις αλλαγές συστημάτων που έχουν συμβεί στην ιστορία, υπάρχει ένα σύστημα που ποτέ δεν άλλαξε: η ύπαρξη εξουσίας. Το σύστημα αυτό μέσα από την αλλαγή των μορφών του επιτυγχάνει την αναπαραγωγή και την επέκτασή του.
Τα χαρακτηριστικά της σημερινής υπερσυγκέντρωσής της μελετώνται στο βιβλίο αυτό, καθώς και ο ρόλος και η λειτουργία της παλαιότερα, σήμερα και ίσως στο μέλλον. 

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Αιώνας

Απαγγέλοντας το ποίημά μου "Αιώνας", που πρώτευσε στο φετινό πανελλήνιο διαγωνισμό της Εταιρίας Λογοτεχνών και Συγγραφέων Ηπείρου, με θέμα την ειρήνη. 
26 Αυγούστου 2017, Λυρική Παμβώτιδα, νησί Ιωαννίνων, (φωτογραφία Χάρης Μπινώλης). 


Αιώνας 

Και είπε ο άλλος: 
«Σφαγμένα αγάλματα, καμένοι πρωταγωνιστές 
τρύπια τοπία, άφωνοι χώροι... 
η... επανάσταση της άλλης όχθης».
Και η ηχώ είπε:
«Ακολουθούμε όλοι τον ίδιο δρόμο
και κυρίως εμείς που κολυμπάμε στο νερό που πίνουμε,
που τρεφόμαστε με λάσπη κι έχουμε
τη γεύση του ουρανού στον ουρανίσκο μας,
εμείς που κάθε φορά που βλέπουμε
τον ήλιο
είναι σημάδι ότι πάμε καλά.
Στους καταρράχτες σβήνει η εικόνα τ’ ουρανού.
Στους κεραυνούς πνίγεται το νερό».
Κάποιος πήγε ν’ αγκαλιάσει
και του δέσανε τα χέρια.
Κάποιος πήγε να πετάξει
και του καρφώσαν τα φτερά.
Ο άνεμος, αχ ο άνεμος.
Και είπε ο ένας:
«Φωτιά, φωτιά!! Η νύχτα να καεί».
Και είπε ο άλλος:
«Φωτιά, φωτιά!! Να σβήσει η μέρα».
Και έγινε παντού φωτιά.
Και η ηχώ είπε:
«Εδώ στην κορφή της θάλασσας βλασταίνω,
εκκρίνω
γεννάω το σύμπαν μου εδώ.
Θεοί και Θεές λατρέψτε με εδώ.
Υπόσχομαι θα πιω το αίμα σου ουρανέ. Δώσ’ το μου».
Χύθηκε ο ουρανός
και το ποτάμι πλάταινε.
Και είπαν τα λάβαρα και τα εμβατήρια:
«Πίσω νερό. Μόνο ό,τι καίγεται μπορεί να λάμψει».
Και είπε ο κατακλυσμός:
«Ησύχασε φωτιά. Μόνο ό,τι ρέει μπορεί να ζήσει».
Και ακούστηκε η ηχώ:
«Πηγή και θάλασσα, γη και ουρανός.
Πότε ποτάμι και πότε κεραυνός.
Ποτέ δεν φύγαμε, κι έχουμε φτάσει, και ταξιδεύουμε».
Και εμφανίστηκε η ουράνια πύλη
κι άρχισε ν’ απλώνεται.
Κι έγινε ίριδα παντού, όλος ο θόλος
μια ουράνια ίριδα.
Κι οι ίριδες γλύκαναν, κατάλαβαν, κοιτάχτηκαν.
Δεν είπαν τίποτα.

Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

"Καϊάφας", 1-6-2017, ΑΣΚΤ, Αλέξης Δάρας


https://www.youtube.com/watch?v=9JyVYkcPyRg&feature=share  
Το βίντεο της 1ης-6-2017 στη Σχολή Καλών Τεχνών Αθήνας, όπου ο Αλέξης Δάρας παρουσίασε το ποίημά του "Καϊάφας" . Μαζί του  οι μουσικοί Παύλος Σουφλής, Ανδρέας Βατίστας, Διονύσης Καρούσος και Κώστας Κοκαλιάρης, οι videoartists "Glitch_A"  και η Ειρήνη-Βαρβάρα Λαγουβάρδου. Το απόσπασμα είναι από την παράσταση της ομάδας "Ποίηση στην εποχή της εκποίησης", στα πλαίσια του ASFA BBQ festival 2017.
Το ποίημα γράφτηκε μετά τις πυρκαϊές του 2007, οι οποίες για πολλούς ήταν η επίσημη κήρυξη  ενός πολέμου που μέχρι τότε συνέχιζε ακήρυχτος, ενώ τα χρόνια που ακολούθησαν πήρε μια πιο απροσχημάτιστη μορφή.

Καϊάφας

Τα κρινάκια δε φωνάζουν πια
οι πεταλούδες δεν οργώνουν τον αέρα
δε σπέρνουν μουσικές τα αγριοπούλια.
Όλα θερίστηκαν, κλαδιά, κισσοί, αύρες κορμιών
που αλώνιζαν με κυνηγητά και γέλια
γύρω από δέντρα χορευτές
στο ρυθμό του κύματος που γινόταν
αφρός, αμμουδιά, θυμάρι, πεύκα, χάδι.
Όχι, άλλα κορμιά δε θα ξαναξαπλώσουν
στις πευκοβελόνες
άλλα κορμιά δε θα ξανανεβούν στα δέντρα
να προσευχηθούν με χέρια ανοιχτά, έτοιμα να πετάξουν.
Δε θα ξαναγκαλιάσουμε αυτά τα δέντρα
να πούμε το παράπονό μας
και να γλείψουμε το ρετσίνι τους.
Τσουρουφλισμένα κελαηδήματα
όνειρα πυρπολημένα
τα μονοπάτια μαύρα
η θάλασσα απανθρακωμένη
καπνός θανάτου
σε μυαλά καμένα
η μέρα τέφρα
και το φως στάχτη κι αυτό.
Μας πήραν τη φωτιά.
Τη φωτιά που ανάβαμε
όταν όλα γύρω ξεραίνονταν
και πάγωναν.
Χορεύαμε γύρω της
στην ακτή του φεγγαριού
ουρλιάζοντας από έκσταση.
Τη γράφαμε
σε τοίχους και λεωφορεία
μια λέξη μόνο το σύνθημά μας
δε χρειαζόταν υπογραφή.
Η φωτιά φούντωνε στην καρδιά μας
και φλόγιζε από μέσα το κρανίο μας
ανεβάζοντάς το σαν αερόστατο πολύχρωμο
προς τον ήλιο.
Η φωτιά τώρα μας καίει.
Μας καίνε.
Εμάς που τίποτα δεν ονειρευτήκαμε τόσο πολύ
όσο την άψη από μια θέρμη φωτεινή.
Κι όμως δε μας ανήκει πια.
Τρέξτε μακριά της να σωθούμε.
Πώς θα σωθούμε χωρίς αυτήν
σ’ ένα κόσμο φτιαγμένο από φωτιά;
στον κόσμο αυτό που τίποτα άλλο
δεν τον ορίζει παρά φωτιά ….. φωτιά.
Όχι, δεν θα την πάρουμε πίσω,
Πάει πέρασε για μας.
Κλεμμένη την είχαμε από θεούς
και μας την παίρνανε διαβόλοι
για ν’ ανάβουν τα καζάνια τους.
Στη μισή ζωή μας την πουλάγαμε
για να ‘χουμε να την αγοράζουμε
στην υπόλοιπη μισή.
Άλλο είναι δυο μισές ζωές
κι άλλο μια ολόκληρη
που μέσα της καίει η δικιά μας φλόγα.
Όσο και να τη σβήναμε
όσο και να το καίγαμε,
ένα κομμάτι ήλιος κυλάει στο στέρνο μας
το υγρό μας πυρ,
κουκούτσι του φρούτου
που πάνω του ζούμε
ο ήλιος μας
ίσως κι αυτός να μη γνωρίζει
το πώς και το γιατί
του διαφεύγουν έφιππες ταξιανθίες
στροβιλιζόμενες από μάτια σε μάτια
σε ρώγες γλυκές, στάλες
γεμάτες ουράνια βέλη
και τόξα τεντωμένα.
Ο ήλιος αντάρτης, ο αλήτης ήλιος
σπέρνει το είναι του όπου περνά
και χώνεται, τρυπώνει να μας βρει
να μας γλυτώσει από τη λήθη.
Αυτή τη φορά δεν θα ξεχάσουμε.
Ο ήλιος τρέφεται από μας,
απ’ την αλήθεια μας.
Ο ήλιος τρέφεται απ’ την αλητεία μας.
Κι αν οι πυρές πυκνώσουν
κι αν μας απαγορέψουν
να μιλάμε πια γι’ αυτόν,
θα είναι εδώ μαζί μας.
Θα περιμένει τη στιγμή
να μας ξυπνήσει πάλι,
όπως περιμένει ο σπόρος
κάτω από τις βρεγμένες στάχτες
τη στιγμή που θα χυμήξει
να βγάλει γλώσσα στην πραγματικότητα.
Ο σπόρος, εικόνα και ομοίωση
Το τραγούδι του ξεσηκώνει τις οντότητες
που κοιμούνται γύρω του
και η μια πάνω στην άλλη
σκαρφαλώνουν προς τον ουρανό.
Ο σπόρος αυτός φτερούγησε
μες απ’ το όνειρο της πεταλούδας
στο ξέφωτο που χόρευαν γυμνές οι νύμφες
όταν κυκλώθηκαν από τις φλόγες,
έτσι ώστε να μην απορεί κανείς
πώς γίνεται να νιώθει μαζί
ένα τόσο αιμοβόρο
απέραντο μίσος,
μια τόσο παράφορη
απύθμενη αγάπη…
Μέσα από τον υπόγειο παφλασμό τους
σκάει ένα βλασταράκι
θέληση.
Ας κολυμπήσουμε στο ποτάμι
που το ποτίζει.
Ας κολυμπήσουμε στο ποτάμι
που μας διασχίζει.
Το δάκρυ μας ας πέσει στο χώμα.