ΤΑ
ΟΝΕΙΡΑ ΜΑΣ ΚΡΑΤΑΝΕ ΞΥΠΝΙΟΥΣ

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010

Παιδί του ήλιου

Τα υλικά αυτού του κόσμου
πλάθονται, λατρεύονται, μυρίζουν
μα είναι τα υλικά ενός κόσμου
πάντα μικρότερου απ’ τον αυριανό.
Σ’ αυτόν τον κόσμο ό,τι αγγίξεις
αγγίζει τα γύρω του κι αυτά
τα γύρω τους κι αυτό και όλα τείνουν
με μανία προς την ισορροπία.
Ισορροπία σε κίνηση.
Με μια ζωή αλαλιασμένη μέσα της κλεισμένη
που ξόρκια μηχανές επινοήσεις επιστρατεύει
για να ξεφύγει από την πλήξη
ισόρροπη ή μη, σε κίνηση ή όχι.
Σ’ αυτόν τον κόσμο εδώ συχνά
στερεύουν οι συγκρίσεις
και η μαγεία της ζωής απλώνεται
σα φως μελένιο πάνω σ’ όλα.
Σ’ αυτόν τον κόσμο όλα μιλούν για όλα
όπως οι λαμπερές οι μαύρες πέτρες
που ολοστρόγγυλες αφήνονται
στου μαύρου κύματος και των αφρών τα χάδια
κοχλάζοντας
καθώς βγαίνεις από μια θάλασσα
μ’έναν ήλιο από πάνω σου.
Παιδί του ήλιου.






Χωρίς σειρήνες

Βλέπω μια πόλη που χορεύει πάνω στην ύπαρξή της.
Βλέπω μια πόλη που βουλιάζει ρυθμικά
μες στην πληγή του ονείρου της.
Τα κτίρια σειούνται σύγκορμα,
ρέουν μες στους ρυθμούς τους
φιλιά ανταλλάσουνε, χτυπήματα, βρισιές και χάδια.
Οι δρόμοι όλοι μαζεύονται κι ορθώνονται ψηλά.
Κι ενώ γελάνε μ’ ένα γέλιο γερασμένου φιλιού,
μπήγονται με μανία στο έδαφος,
μέχρι να φαίνεται μονάχα
το τέλος Τους.
Σα μνημεία.
Ο αέρας φεύγει τρομαγμένος, αρπάζεται απ’ το
πλέγμα του φωτός
που τρέχει μακριά.
Σέρνονται ντροπιασμένοι κλαίγοντας.
Ούτε αυτοί ξέρουν; Κι αν ξέρουν, δε μιλάνε,
ερωτεύονται.
Η πόλη μόνη στην άγνοια και στη γνώση...
Η πόλη αυτή δεν θα πεθάνει.
Κι όταν ακόμη δεν υπάρχει, θα ζει!
Γιατί έχω κι εγώ μερτικό στα μάτια της· και βλέπω.
Στα παιδικά της μάτια.






Τομή

Η ανακάλυψη που τρέφει την αρνητικότητα
η έμπνευση που δίνει αξία στην υπόλοιπη ζωή
η συνειδητοποίηση που παρωδεί τη θεϊκότητα
ο φαύλος κύκλος δεν νικιέται με τομή
πρέπει να βρεις το κέντρο του
γιατί είσαι εσύ που σφίγγει
ο χρόνος περνάει, και πού πάει;
η μνήμη βουτάει στη λήθη και πορώνεται
κι η πόρωση επιμένει σαν καβούκι
δεν νικάει, δικαιώνεται
συμπτωματική αλήθεια, Τέχνη
αλήθεια με φωτοστέφανα και δάφνες
και ηχούς
η θετικότητα κουραστική κι ο Θεός δύσκολος
η πτώση το στάσιμο γοητεύει,
βάλε τα πράματα στη θέση τους
όπως μπορούσες από πάντα.





Αφές

Αφομοιώνεσαι στη δύση των βιολετιών
περιστρεφόμενων φοινικόδεντρων.
Απορροφιέσαι απ’ την καυτή νυχτερινή άμμο.
Αναδύεσαι στην πλημμύρα
της αιμάτινης αίσθησής σου.
Πρησμένη χύνεσαι στο σκληρό υγρό του κόσμου
και περνάς μέσ’ απ’ όλα τα γράμματα αδιάφορα,
γεμίζοντας κίνηση τις στάσιμες
θάλασσες του Παραδείσου.





Τίτλος

Παράλληλες μολυβιές γραμμές οριζόντια
και κάθετα μια Κόκκινη που φτιάχνει το περιθώριο
στ’ αριστερά.
Η πρόκληση για υπέρβαση, μόνο απ’ τα αριστερά
πάνω στο επίπεδο.
Το χάος της σπείρας προφυλαγμένο αριστερά,
το χάος του κενού γυμνό κι αδιανόητο δεξιά.
Περιθώριο τρύπιο μέσα του περνούν οι σπείρες,
πάνω του κρέμεται η σκηνή, η πλατεία,
μέσα του ελπίζει να περάσουν
οι μπάρες που θα επιλέξουν
την πλατεία του κι αυτό ως άξια.
Περιθώρια ενωμένα έτοιμα να σχιστούν για να
περάσουν από τον κόσμο των επιπέδων
στο ντοσιέ της αιωνιότητας.
Προφανώς κοιτάζω την αριστερή σελίδα
αφού ό,τι έρχεται ή πάει
εδώ πέρα
είναι δεξιά
(Ακόμα κι αν κράταγα το τετράδιο ανάποδα,
ακόμα κι αν το στήριζα
στο δεξί μου πόδι).
ΤILΤ.
Σας κορόιδεψα
τελικά η υπέρβαση γίνεται μόνο
προς τα πάνω ή προς τα κάτω.




Γεια μας

Παρατήρησε ένα κερί που καίγεται.
Δεν κέρδισες μια μάχη με τα όπλα σου,
αλλά μόνο με μια σημαία.
Ο προβολέας που έχεις αριστερά στο μέτωπό σου,
ενώνει με φωτιά όλα τα σχήματα.
Έχουν οι κινήσεις σου βαθιά την ευθεία.
Δεν χρειάζεται να δείχνεις τι νιώθεις.
Άσε τους άλλους να καταλαβαίνουν μόνοι τους.
Μήπως θέλεις να έρθω εγώ; πες μου.
Δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω τη σκέψη μου.
Οι άλλοι κόσμοι είναι ο άλλος κόσμος.
Θέλω πάντα να αισθάνομαι το ξεπαρθένιασμα.
Ένα ολόκληρο έργο παίζεται από τη μια κίνησή σου
στην άλλη.
Δεν χρειάζεται και πολύ για να χάσεις.
Αρκούν δυο τρεις γωνίες.
Ώσπου κατάλαβες πως ό,τι σε χωρίζει,
είναι ακριβώς αυτό που σε ενώνει.
Υπάρχει ο ρυθμός των ρυθμών εδώ,
γιατί είμαστε ακόμη στο ίδιο πιόμα.
Ο κίνδυνος δεν ειδοποιεί παρά μόνο
αν είναι αρκετά μακριά.
Ο κίνδυνος ειδοποιεί μόνο όταν βρίσκεται
αρκετά μακριά ακόμα. 

Στάσεις

Πέρα απ’ τις θάλασσες της δίψας,
πολύ πιο πέρα
απ’ τους παρθενογεννημένους αδριάντες,
στη χώρα των γύρινων αφρών,
εκεί που οι γαλάζιοι καπνοί αλλάζουν γεύσεις
κι αέναα ανακατεύονται σβήνοντας τα ίχνη
μ’ έδαφος ζελεδένιο φωσφορίζον
-κοίλο σα μάγου χύτρα-,
χώρα ζωσμένη αμμουδερούς και γυάλινους ατμούς
που απ’ τους κρατήρες της ολοένα ξεφυτρώνουν
φτερένιες φυλλωσιές που χάνονται
σε μαβιά λυτά σύννεφα,
εκεί είναι όλα τα πράγματα βουβά,
νυχτερινοί σταθμοί στις οθόνες φευγάτης τρενόπολης
εκεί ’ναι τα πάντα μέσα σ’ όλους τους ήχους,
σκέψεις ανάσας,
λιωμένες κάτω απ’ τις δειλές τους λέξεις.

Μεταφραστής του ανέμου,
θρασύς κι ευλαβικός τραγουδιστής του
ψάχνω το στίγμα μου στης Τριρ και της Σαρλβίλ
τα πεζοδρόμια και τα ξενοδοχεία.
Δίχως πρόλογο ν’ απλώσω την μπουγάδα μου,
ζάρι απειρόεδρο στα χέρια μου η ζωή μου
δίχως επίλογο να ξαπλώσω καπνίζοντας.
Σκίζομαι με το δηλητηριασμένο ξυράφι
που σφίγγω γερά στα δόντια μου,
ρουφώ καταρράχτες αστροουσία,
αναβλύζω, ρουφιέμαι, αναμιγνύομαι,
το μισόγυμνο αγέρι στεγνώνει
στις ροές μου τις λάμψεις του αγώνα.
Φεύγω για να δω, με παρασέρνουν ρέοντες δρόμοι,
που κυλούν πάνω σε βιολετιούς ψιθύρους
και σε σαρκώδεις νότες.
Δρόμοι που χύνονται πέρα απ’ το τέρμα τους
παφλάζοντας.

Δεν έχω πια τίποτα να κρύψω,
όλα μου τα διακινδύνευσα,
είναι οι τσέπες μου γεμάτες αυθαιρεσίες και νόμους,
μόνη ζωή, ιδανικό, σκοπός, η ζωή χωρίς σκοπούς
μοναδικό αντίτιμο για ν’ αγοράζω την ψυχή μου,
είναι οι τσέπες μου τα σκισίματα στο δέρμα μου,
σαλεύουν άγρια μέσα μου εκκωφαντικές μελωδίες,
τις τραβώ απ’ το μαρτύριο του ξυραφιού και τις βουτώ
στο μαγεμένο πηλό τον τυχοδιώκτη.
Παραδίνομαι στον αιώνιο παραλογισμό
που εφεύρα κι εγώ, τινάζω
από πάνω μου την αιώνια παραμονή,
κατουράω την ικανοποίηση που μπέρδευα
με το σπέρμα μου
κι αρχίζω μ’ αυτό τώρα να φτιάχνω χώρες απάτητες,
να χτίζω πόλεις ανειρήνευτες και τρέχω.
Τρέχω.
Ιδρώνω.
Ιδρώνω συνήθεια που εξατμίζεται δροσίζοντάς με.
Πολύ πιο πέρα από τις θάλασσες της δίψας,
άνεμοι ανθισμένοι έρχομαι.

Επείγον

Βόλτα χαράματα στην απέραντη αυλή της φυλακής.
Έξυσα τις σκουριές της πράσινης σιωπής.
Έβαψα μ’ ασβέστη τα όνειρά μου,
έσβησα το χρόνο βαθιά στα μάτια μου,
καθώς ο Μίδας άγγιζε τους αραχνοΰφαντους ιστούς
γύρω μου.
Βόσκησα ρίζες και αγκάθια, κατάπια φωτιές.
Γονιμοποιώντας λουλούδιασα, κι η γη με σκέπασε
μέσα στις πιο μικρές μου γεωτρήσεις.
Χτύπησα βίαια τη μηχανή,
πετώντας της οσμές κι αισθήσεις ψυχεδελικές,
βαλσαμωμένο μίσος και σπλάχνα αλλοπαρμένων.
Έπαιξα με τα πάντα, ποδοπάτησα τα παιχνίδια.
Τύλιξα τη φλόγα, σκεπάστηκα τη στάχτη.
Έσκαψα λάκκους στις αναθυμιάσεις
για οτιδήποτε καινούριο έρθει
κι η σιωπή με περίμενε στη γωνία, τάχα πεθαίνοντας
μα και πεθαίνοντας.
Βούτηξα στη διαπεραστική ομίχλη,
κυλίστηκα στα φιλιά μου
και φώναξα δυνατά με λυγμούς:
«Δεν έχω ανάγκη κανένα καράβι σας,
θάλασσα θέλω, θάλασσα».
Σήκωσα τα μάτια και είδα μια ταμπέλα
πάνω απ’ την πόρτα:
«Αυλή της Ελευθερίας».
 Σε λίγο ξημερώνει. Θα βρεθεί κανείς να μου το πει;

Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2010

Ερωτικό σε νεκρή φύση

Μόνο πηλό και μάρμαρο έχω για να πλάσω
τα όνειρά μου.
Γη, νερό, αέρα, φωτιά. Φως.
Βαρέθηκα το φως χωρισμένα σε ακτίνες.
Σε τετράγωνες ακτίνες.
Είναι προτιμότερο να φτύνεις τη ζωή σου
στα μούτρα τους,
από το να ρουφάς απ’ την καμπούρα που στολίζεις
μηχανικά κι αμήχανα
τα βήματά σου να σε κυνηγούν.

Υγεία, κυρίες και κύριοι.
Η τελευταία, παντοτινή αξία.
Ω επιστήμη!
Επιστήμη!
Επιστήμη ω!
Ο παράδεισος πια δεν χρειάζεται, ω της ελπίδας ζύμη!
Την προσφορά σου αναγνωρίζουνε κοινότητες
και δήμοι!
Για σε το πιο πικρόγευστο φολκλόρ ταξίμι.
Της βιονικής ψυχής μου η πλατίνα και το ασήμι.

Κι ο μελόγλυπτος Μετα-νόμος θα πρέπει να είναι
Αντι-νόμος.
Η μόνη αιώνια αξία στους αιώνες μας είναι
η τιμιότητα.
Η αξία του ένα.
Βρίσκομαι στο τέλος του απείρου
και ταξιδεύω απεγνωσμένα
προς την αρχή.
Το μόνο που μπορώ να διακρίνω είναι το μηδέν
που ελπίζω
να περάσω από μέσα του.

Ένα μου, είμαι ένας.
Άπλωσε τις φλέβες σου μέσα στις φλέβες μου.
Αγκαλιασμένη στην ψυχή μου
κάνε τις καμπύλες σου κύκλους.
Είσαι αμάξι, γεμάτο άτριχες μουσικές, που τρέχει
πάνω στα τρίγλυφα του μαυροκόκκινου τραγουδιού.
Περ
Άλλο το τραγούδι κι άλλο ο ήχος του.
νάω.
Αν υπάρχει λόγος που σ’ αγαπάω, τότε αυτός είναι
ότι είσαι το τραγούδι μου, όχι ο ήχος του.







Rock

Το ζήτημα είναι πού παίζεις.
Ακούς το τραγούδι σαν εμπειρία πρωτόγνωρη
σα γενέθλιο εναρκτήριο λάκτισμα.
Είμαι σ’ επαφή με την κιθάρα μας.
Η νέα συνείδηση που ηττήθηκε είναι η ROCK.
Ντου βι σα ντα;
Ντου βι σα ντά βι ντά σα ντά.
Η έμπνευση που πατάει γερά
στην ουσία των πραγμάτων
που είναι ηλεκτρική κιθάρα.
Ε εσύ! Ε, ε, εσύ! Ε, ε! Ε, ε, εσύ!
Εγώ;
Ναι, εσύ!
Βρε άντε από δω! Βρες κάναν άλλο.
Τίποτα δεν είναι κονσέρβα. Τίποτα δεν είναι νεκρό.
Θυμάσαι τα μάτια μας και τ’ αυτιά μας,
τι περίεργα που ένιωθαν, και λέγαμε μέσα μας,
αυτός γιατί ακούει ROCK;
Έχει πιει απ’ τα ίδια;
Είμαστε όλοι, η κοινωνία του ROCK
προσηλυτισμένοι πιστοί στο ROCK.
Το ROCK ήταν από την αρχή θρησκεία.
Δεν έγινε μετά.
Και μέσα απ’ αυτό, αναγνωρίζω
το μεγαλείο όλων των θρησκειών.
Χαϊδεύουν το μυαλό. Και ρωτάνε:
Πού είσαι; Πού θα ‘σαι;
Αυτός εδώ ο χώρος είναι μαγικός.
Κι οι ηδονές ατέλειωτες.
Αρκεί να πάρεις το δρόμο τους.
Δρόμος της ηδονής, δρόμος της γνώσης.
Είμαστε εμείς που η ηδονή του μυαλού
σταμάτησε κάποτε στη μαγκιά της δύναμης.
Αφού έτσι κι αλλιώς υπήρχε. Και υπάρχει.
Αλλά κάπου εδώ ξαναξεκινάει το δρόμο της,
ώριμα κι όχι σάπια.
Ήρθε η ώρα να δαγκώσω πρώτος το μήλο
και να δώσω το υπόλοιπο σε σας.
Τόσα χρόνια που μάζευα τις οικονομίες μου,
το ‘φτιαξα.
Είμαι η μηλιά και παίρνω την πρώτη τζούρα
απ’ το μυαλό μου.
Πάρτε το. Στην υγειά μας.
Όλα συμβαίνουν εδώ, όπως κι εκεί.
Όλα συμβαίνουν εδώ στο σπίτι μας,
όπως στο σπίτι των δικών μας, όπου
συνέβαινε καθετί.
Καινούριος έρωτας. Όλα τα καινούρια
τα ψυλλιαζόμαστε κατά τις ανθοφορίες μας.
Σημειώστε: Μόνη γνώση ο έρωτας.
Σηκώνεσαι και βλέπεις μπροστά σου
ένα λιβάδι. Με μία λεύκα.
Κι όλες οι φιγούρες των ανθρώπων
που θα συναντήσεις στη ζωή σου.
Τίποτε δεν έχει νόημα γιατί δεν υπάρχει νόημα.
Ποια νηφάλια κατάσταση, ποια βιοπάλη,
ποια θεά, ποια ομιχλοζάλη;
Εδώ είν’ η χώρα του φιλιού, της κάβλας.
Κάθε μέρα κι έναν καινούριο ουρανό απλώνουμε.
Και κάθε χρόνο τους φοράμε,
περιμένοντας τη χρονιά που θα τους φυσήξει όλους
από πάνω μας.
Αφήνοντας μόνο τον πλακούντα
γύρω απ’ τ’ ασχημάτιστο μυαλό μας,
που μπήκε αργότερα στις ράγες για την ομορφιά
τη δίχως σχήμα.





Μύρισε πώς ακούγεται το φως

Η Πεταλούδα ήταν ο άνεμος.
Κι ο άνεμος ήταν άσπρα κρίνα
από τον ήχο της σελήνης.
Η Πεταλούδα κάθισε στο τέλειωμα του ανέμου.
Ίσως να πίστευα πως θα ΄κλαιγε
ή θα ΄κλαιγα, ή ίσως να νόμιζα κάτι άλλο.
Έγινα αόρατος μέσα σ’έναν αόρατο κόσμο.
Ήμουν εγώ η πεταλούδα
φτερόψυχη απ’ τη γλύκα λιγωμένη
ψυχή μες την ψυχή του κόσμου
λαγγεμένη.
Ο άνεμος, εγώ ο μοναδικός που φύσηξε ποτέ,
ο πρώτος άνεμος.

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2009

Αναγκαστικός εμβολιασμός

Το ανατρίχιασμα των βλεφάρων μου
τα ασύμπτωτα σχήματα
σπονδή στον άνεμο των αλλαγών
ήρωες ισορροπιστές στο χάος
χωρίς σχοινί, ακτήμονες, τιποτένιοι.
Ο κόσμος προχωρά, δε σας χρειάζεται.
Ο κόσμος βουλιάζει στην ανυπαρξία
δε χρειάζεται τους επικήδειούς σας
μπορεί να πεθάνει μόνος
έτσι κι αλλιώς από μοναξιά πεθαίνει,
δεν υπάρχει πια κάτι να προβλέψετε.
Οι προφητείες αυτοεκπληρώθηκαν
σε έναν αυτοόμοιο κόσμο
ανυποψίαστο για το ότι
δεν γνωρίζει τίποτα άλλο
απ’ τον εαυτό του.
Του έπεσε βαριά η ύπαρξη
βαρύτατη η ζωή του
η ηδονή αποτρόπαιη
και η χαρά μόλυνση φρικτή,
αβάσταχτος ο πόνος να πετσοκοπείς
για να μπορείς να είσαι κι εσύ
άνθρωπος-ψέμα
και το ξεχνάς,
ξεχνάς τα πάντα
γιατί δεν υπάρχει χώρος αρκετός
για συσκευές, οδηγίες, υστερίες,
καλωδιώσεις, χάπια, μόδες,
απαγορεύσεις, εμφυτεύσεις, οθόνες,
ξαναμωραίνεσαι,
ξύπνα, το χιόνι σ’ έχει καλύψει
το χιόνι δε σταματά, ξύπνα
αν ένιωθες τι σου συμβαίνει
τα δάκρυά σου και μόνο θα σ’ έσωζαν,
μοναδικέ μου εαυτέ
το δέρμα σου έσχατο οχυρό μου.
Ζώσου με εκρηκτικά σ’ όλο το σώμα
και βγες έξω στον κόσμο που πέφτει
και σε τραβάει να πέσω μαζί τους.
Μη μ’ αγγίζετε. Αρκετά.
Είμαι μια βόμβα έτοιμη να εκραγεί
στο παραμικρό άγγιγμα της βελόνας σας.
Δε μου αφήσατε τίποτα που ν’ αξίζει
δε μπορώ πια να συνεχίσω
να κάνω το σαλίγκαρο.
Δε λείπει ο λόγος, η φωνή λείπει.
Θεέ μου μ’ ακούς; Θεέ μου κοιμήθηκες;
Ίσως αν κάνω κρότο δυνατό μ’ ακούσεις.
Αν νέοι κόσμοι εξαίσιοι καταφθάνουν
δε θα τους υποδεχθώ χωρίς τον εαυτό μου.
Κάποτε δεν έχει πιο πέρα,
ο καιρός των επιχειρημάτων περνάει
ο καιρός των ελπίδων και των συμμαχιών,
ξεγυμνώνονται όλα ως το κόκαλο
και ξεπηδάει η κυτταρική σου νοημοσύνη.
Γνωρίζεις πια, βλέπεις καθαρά ότι
αυτό που σε αποτελεί είναι
η απόφασή σου.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2008

Καϊάφας


Τα κρινάκια δε φωνάζουν πια
οι πεταλούδες δεν οργώνουν τον αέρα
δε σπέρνουν μουσικές τα αγριοπούλια.
Όλα θερίστηκαν, κλαδιά, κισσοί, αύρες κορμιών
που αλώνιζαν με κυνηγητά και γέλια
γύρω από δέντρα χορευτές
στο ρυθμό του κύματος που γινόταν
αφρός, αμμουδιά, θυμάρι, πεύκα, χάδι.
Όχι, άλλα κορμιά δε θα ξαναξαπλώσουν
στις πευκοβελόνες
άλλα κορμιά δε θα ξανανεβούν στα δέντρα
να προσευχηθούν με χέρια ανοιχτά, έτοιμα να πετάξουν.
Δε θα ξαναγκαλιάσουμε αυτά τα δέντρα
να πούμε το παράπονό μας
και να γλείψουμε το ρετσίνι τους.
Τσουρουφλισμένα κελαηδήματα
όνειρα πυρπολημένα
τα μονοπάτια μαύρα
η θάλασσα απανθρακωμένη
καπνός θανάτου
σε μυαλά καμένα
η μέρα τέφρα
και το φως στάχτη κι αυτό.
Μας πήραν τη φωτιά.
Τη φωτιά που ανάβαμε
όταν όλα γύρω ξεραίνονταν
και πάγωναν.
Τη γράφαμε
σε τοίχους και λεωφορεία
μια λέξη μόνο το σύνθημά μας
δε χρειαζόταν υπογραφή.
Η φωτιά φούντωνε στην καρδιά μας
και φλόγιζε από μέσα το κρανίο μας
ανεβάζοντάς το σαν αερόστατο πολύχρωμο
προς τον ήλιο.
Χορεύαμε γύρω της
στην ακτή του φεγγαριού
ουρλιάζοντας από έκσταση.
Η φωτιά τώρα μας καίει.
Μας καίνε.
Εμάς που τίποτα δεν ονειρευτήκαμε τόσο πολύ
όσο την άψη από μια θέρμη φωτεινή.
Κι όμως δε μας ανήκει πια.
Τρέξτε μακριά της να σωθούμε...
Πώς θα σωθούμε χωρίς αυτήν
σ’ ένα κόσμο φτιαγμένο από φωτιά;
στον κόσμο αυτό που τίποτα άλλο
δεν τον ορίζει παρά φωτιά, ….., φωτιά.
Όχι, δε θα την πάρουμε πίσω,
Πάει πέρασε για μας.
Κλεμμένη την είχαμε από θεούς
και μας την παίρνανε διαβόλοι
για ν’ ανάβουν τα καζάνια τους.
Στη μισή ζωή μας την πουλάγαμε
για να 'χουμε να την αγοράζουμε
στην υπόλοιπη μισή.
Άλλο είναι δυο μισές ζωές
κι άλλο μια ολόκληρη
που μέσα της καίει η δικιά μας φλόγα.
Όσο και να τη σβήναμε
όσο και να το καίγαμε,
ένα κομμάτι ήλιος κυλάει στο στέρνο μας
το υγρό μας πυρ,
κουκούτσι του φρούτου
που πάνω του ζούμε
ο ήλιος μας
ίσως κι αυτός να μη γνωρίζει
το πώς και το γιατί
του διαφεύγουν έφιππες ταξιανθίες
στροβιλιζόμενες από μάτια σε μάτια
σε ρώγες γλυκές, στάλες
γεμάτες ουράνια βέλη
και τόξα τεντωμένα.
Ο ήλιος αντάρτης, ο αλήτης ήλιος
σπέρνει το είναι του όπου περνά
και χώνεται, τρυπώνει να μας βρει
να μας γλυτώσει από τη λήθη.
Αυτή τη φορά δε θα ξεχάσουμε.
Ο ήλιος τρέφεται από μας,
απ’ την αλήθεια μας.
Ο ήλιος τρέφεται απ’ την αλητεία μας.
Κι αν οι πυρές πυκνώσουν
κι αν μας απαγορεύσουν
να μιλάμε πια γι’ αυτόν,
θα είναι εδώ μαζί μας.
Θα περιμένει τη στιγμή
να μας ξυπνήσει πάλι,
όπως περιμένει ο σπόρος
κάτω από τις βρεγμένες στάχτες
τη στιγμή που θα χυμήξει
να βγάλει γλώσσα στην πραγματικότητα.
Ο σπόρος, εικόνα και ομοίωση
Το τραγούδι του ξεσηκώνει τις οντότητες
που κοιμούνται γύρω του
και η μια πάνω στην άλλη
σκαρφαλώνουν προς τον ουρανό.
Ο σπόρος αυτός φτερούγησε
μες απ’ το όνειρο της πεταλούδας
στο ξέφωτο που χόρευαν γυμνές οι νύμφες
όταν κυκλώθηκαν από τις φλόγες,
έτσι ώστε να μην απορεί κανείς
πώς γίνεται να νιώθει μαζί
ένα τόσο αιμοβόρο
απέραντο μίσος,
μια τόσο παράφορη
απύθμενη αγάπη…
Μέσα από τον υπόγειο παφλασμό τους
σκάει ένα βλασταράκι
θέληση.
Ας κολυμπήσουμε στο ποτάμι
που το ποτίζει.
Ας κολυμπήσουμε στο ποτάμι
που μας διασχίζει.
Το δάκρυ μας ας πέσει στο χώμα.