ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜάΣ ΚΡΑΤΑΝΕ ΞΥΠΝΙΟΥΣ

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Στάσεις

Πέρα απ’ τις θάλασσες της δίψας,
πολύ πιο πέρα
απ’ τους παρθενογεννημένους αδριάντες,
στη χώρα των γύρινων αφρών,
εκεί που οι γαλάζιοι καπνοί αλλάζουν γεύσεις
κι αέναα ανακατεύονται σβήνοντας τα ίχνη
μ’ έδαφος ζελεδένιο φωσφορίζον
-κοίλο σα μάγου χύτρα-,
χώρα ζωσμένη αμμουδερούς και γυάλινους ατμούς
που απ’ τους κρατήρες της ολοένα ξεφυτρώνουν
φτερένιες φυλλωσιές που χάνονται
σε μαβιά λυτά σύννεφα,
εκεί είναι όλα τα πράγματα βουβά,
νυχτερινοί σταθμοί στις οθόνες φευγάτης τρενόπολης
εκεί ’ναι τα πάντα μέσα σ’ όλους τους ήχους,
σκέψεις ανάσας,
λιωμένες κάτω απ’ τις δειλές τους λέξεις.

Μεταφραστής του ανέμου,
θρασύς κι ευλαβικός τραγουδιστής του
ψάχνω το στίγμα μου στης Τριρ και της Σαρλβίλ
τα πεζοδρόμια και τα ξενοδοχεία.
Δίχως πρόλογο ν’ απλώσω την μπουγάδα μου,
ζάρι απειρόεδρο στα χέρια μου η ζωή μου
δίχως επίλογο να ξαπλώσω καπνίζοντας.
Σκίζομαι με το δηλητηριασμένο ξυράφι
που σφίγγω γερά στα δόντια μου,
ρουφώ καταρράχτες αστροουσία,
αναβλύζω, ρουφιέμαι, αναμιγνύομαι,
το μισόγυμνο αγέρι στεγνώνει
στις ροές μου τις λάμψεις του αγώνα.
Φεύγω για να δω, με παρασέρνουν ρέοντες δρόμοι,
που κυλούν πάνω σε βιολετιούς ψιθύρους
και σε σαρκώδεις νότες.
Δρόμοι που χύνονται πέρα απ’ το τέρμα τους
παφλάζοντας.

Δεν έχω πια τίποτα να κρύψω,
όλα μου τα διακινδύνευσα,
είναι οι τσέπες μου γεμάτες αυθαιρεσίες και νόμους,
μόνη ζωή, ιδανικό, σκοπός, η ζωή χωρίς σκοπούς
μοναδικό αντίτιμο για ν’ αγοράζω την ψυχή μου,
είναι οι τσέπες μου τα σκισίματα στο δέρμα μου,
σαλεύουν άγρια μέσα μου εκκωφαντικές μελωδίες,
τις τραβώ απ’ το μαρτύριο του ξυραφιού και τις βουτώ
στο μαγεμένο πηλό τον τυχοδιώκτη.
Παραδίνομαι στον αιώνιο παραλογισμό
που εφεύρα κι εγώ, τινάζω
από πάνω μου την αιώνια παραμονή,
κατουράω την ικανοποίηση που μπέρδευα
με το σπέρμα μου
κι αρχίζω μ’ αυτό τώρα να φτιάχνω χώρες απάτητες,
να χτίζω πόλεις ανειρήνευτες και τρέχω.
Τρέχω.
Ιδρώνω.
Ιδρώνω συνήθεια που εξατμίζεται δροσίζοντάς με.
Πολύ πιο πέρα από τις θάλασσες της δίψας,
άνεμοι ανθισμένοι έρχομαι.







Ερωτικό σε νεκρή φύση



Μόνο πηλό και μάρμαρο έχω για να πλάσω
τα όνειρά μου.
Γη, νερό, αέρα, φωτιά. Φως.
Βαρέθηκα το φως χωρισμένα σε ακτίνες.
Σε τετράγωνες ακτίνες.
Είναι προτιμότερο να φτύνεις τη ζωή σου
στα μούτρα τους,
από το να ρουφάς απ’ την καμπούρα που στολίζεις
μηχανικά κι αμήχανα
τα βήματά σου να σε κυνηγούν.

Υγεία, κυρίες και κύριοι.
Η τελευταία, παντοτινή αξία.
Ω επιστήμη!
Επιστήμη!
Επιστήμη ω!
Ο παράδεισος πια δεν χρειάζεται, ω της ελπίδας ζύμη!
Την προσφορά σου αναγνωρίζουνε κοινότητες
και δήμοι!
Για σε το πιο πικρόγευστο φολκλόρ ταξίμι.
Της βιονικής ψυχής μου η πλατίνα και το ασήμι.

Κι ο μελόγλυπτος Μετα-νόμος θα πρέπει να είναι
Αντι-νόμος.
Η μόνη αιώνια αξία στους αιώνες μας είναι
η τιμιότητα.
Η αξία του ένα.
Βρίσκομαι στο τέλος του απείρου
και ταξιδεύω απεγνωσμένα
προς την αρχή.
Το μόνο που μπορώ να διακρίνω είναι το μηδέν
που ελπίζω
να περάσω από μέσα του.

Ένα μου, είμαι ένας.
Άπλωσε τις φλέβες σου μέσα στις φλέβες μου.
Αγκαλιασμένη στην ψυχή μου
κάνε τις καμπύλες σου κύκλους.
Είσαι αμάξι, γεμάτο άτριχες μουσικές, που τρέχει
πάνω στα τρίγλυφα του μαυροκόκκινου τραγουδιού.
Περ
Άλλο το τραγούδι κι άλλο ο ήχος του.
νάω.
Αν υπάρχει λόγος που σ’ αγαπάω, τότε αυτός είναι
ότι είσαι το τραγούδι μου, όχι ο ήχος του.





Επείγον

Βόλτα χαράματα στην απέραντη αυλή της φυλακής.
Έξυσα τις σκουριές της πράσινης σιωπής.
Έβαψα μ’ ασβέστη τα όνειρά μου,
έσβησα το χρόνο βαθιά στα μάτια μου,
καθώς ο Μίδας άγγιζε τους αραχνοΰφαντους ιστούς
γύρω μου.
Βόσκησα ρίζες και αγκάθια, κατάπια φωτιές.
Γονιμοποιώντας λουλούδιασα, κι η γη με σκέπασε
μέσα στις πιο μικρές μου γεωτρήσεις.
Χτύπησα βίαια τη μηχανή,
πετώντας της οσμές κι αισθήσεις ψυχεδελικές,
βαλσαμωμένο μίσος και σπλάχνα αλλοπαρμένων.
Έπαιξα με τα πάντα, ποδοπάτησα τα παιχνίδια.
Τύλιξα τη φλόγα, σκεπάστηκα τη στάχτη.
Έσκαψα λάκκους στις αναθυμιάσεις
για οτιδήποτε καινούριο έρθει
κι η σιωπή με περίμενε στη γωνία, τάχα πεθαίνοντας
μα και πεθαίνοντας.
Βούτηξα στη διαπεραστική ομίχλη,
κυλίστηκα στα φιλιά μου
και φώναξα δυνατά με λυγμούς:
«Δεν έχω ανάγκη κανένα καράβι σας,
θάλασσα θέλω, θάλασσα».
Σήκωσα τα μάτια και είδα μια ταμπέλα
πάνω απ’ την πόρτα:
«Αυλή της Ελευθερίας».
 Σε λίγο ξημερώνει. Θα βρεθεί κανείς να μου το πει;



Rock

Το ζήτημα είναι πού παίζεις.
Ακούς το τραγούδι σαν εμπειρία πρωτόγνωρη
σα γενέθλιο εναρκτήριο λάκτισμα.
Είμαι σ’ επαφή με την κιθάρα μας.
Η νέα συνείδηση που ηττήθηκε είναι η ROCK.
Ντου βι σα ντα;
Ντου βι σα ντά βι ντά σα ντά.
Η έμπνευση που πατάει γερά
στην ουσία των πραγμάτων
που είναι ηλεκτρική κιθάρα.
Ε εσύ! Ε, ε, εσύ! Ε, ε! Ε, ε, εσύ!
Εγώ;
Ναι, εσύ!
Βρε άντε από δω! Βρες κάναν άλλο.
Τίποτα δεν είναι κονσέρβα. Τίποτα δεν είναι νεκρό.
Θυμάσαι τα μάτια μας και τ’ αυτιά μας,
τι περίεργα που ένιωθαν, και λέγαμε μέσα μας,
αυτός γιατί ακούει ROCK;
Έχει πιει απ’ τα ίδια;
Είμαστε όλοι, η κοινωνία του ROCK
προσηλυτισμένοι πιστοί στο ROCK.
Το ROCK ήταν από την αρχή θρησκεία.
Δεν έγινε μετά.
Και μέσα απ’ αυτό, αναγνωρίζω
το μεγαλείο όλων των θρησκειών.
Χαϊδεύουν το μυαλό. Και ρωτάνε:
Πού είσαι; Πού θα ‘σαι;
Αυτός εδώ ο χώρος είναι μαγικός.
Κι οι ηδονές ατέλειωτες.
Αρκεί να πάρεις το δρόμο τους.
Δρόμος της ηδονής, δρόμος της γνώσης.
Είμαστε εμείς που η ηδονή του μυαλού
σταμάτησε κάποτε στη μαγκιά της δύναμης.
Αφού έτσι κι αλλιώς υπήρχε. Και υπάρχει.
Αλλά κάπου εδώ ξαναξεκινάει το δρόμο της,
ώριμα κι όχι σάπια.
Ήρθε η ώρα να δαγκώσω πρώτος το μήλο
και να δώσω το υπόλοιπο σε σας.
Τόσα χρόνια που μάζευα τις οικονομίες μου,
το ‘φτιαξα.
Είμαι η μηλιά και παίρνω την πρώτη τζούρα
απ’ το μυαλό μου.
Πάρτε το. Στην υγειά μας.

Όλα συμβαίνουν εδώ, όπως κι εκεί.
Όλα συμβαίνουν εδώ στο σπίτι μας,
όπως στο σπίτι των δικών μας, όπου
συνέβαινε καθετί.
Καινούριος έρωτας. Όλα τα καινούρια
τα ψυλλιαζόμαστε κατά τις ανθοφορίες μας.
Σημειώστε: Μόνη γνώση ο έρωτας.
Σηκώνεσαι και βλέπεις μπροστά σου
ένα λιβάδι. Με μία λεύκα.
Κι όλες οι φιγούρες των ανθρώπων
που θα συναντήσεις στη ζωή σου.
Τίποτε δεν έχει νόημα γιατί δεν υπάρχει νόημα.
Ποια νηφάλια κατάσταση, ποια βιοπάλη,
ποια θεά, ποια ομιχλοζάλη;
Εδώ είν’ η χώρα του φιλιού, της κάβλας.
Κάθε μέρα κι έναν καινούριο ουρανό απλώνουμε.
Και κάθε χρόνο τους φοράμε,
περιμένοντας τη χρονιά που θα τους φυσήξει όλους
από πάνω μας.
Αφήνοντας μόνο τον πλακούντα
γύρω απ’ τ’ ασχημάτιστο μυαλό μας,
που μπήκε αργότερα στις ράγες για την ομορφιά
τη δίχως σχήμα.





Δεν υπάρχουν σχόλια: