ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜάΣ ΚΡΑΤΑΝΕ ΞΥΠΝΙΟΥΣ

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Μύηση

Κουράζεται η ψυχή
απ’ τα παιχνίδια των ανθρώπων.
Κι αναζητά το παιχνίδι του ανθρώπου
την αλήθεια, τη γαλήνη, την υγεία.
Μα η ηρεμία είναι ροή.
Θέλει γερό μυαλό για να την πιάσεις.
Κι έτσι η ψυχή επιστρέφει
στα παιχνίδια των ανθρώπων.
Για να επιβληθεί, ώριμη
και να’χει αποτελέσματα, αποφασισμένη.
Για να διακωμωδήσει και να μάθει
να γελάσει και να τρελαθεί.
Να δει το χρόνο.
Να απαντήσει και ν’ απαντηθεί.
μα η στιγμή είναι μαγεία
και το μυστήριο θέλει δυνατή, καθαρή ψυχή
για να το πιάσεις.
Κι αναζητά ελευθερία.
Τότε η ψυχή πρέπει ν’ αποφασίσει.
Εδώ, ή εκεί, ή στα όρια.
(Και το εδώ είναι εκεί
και το όριο το σκοινί
που πάνω του πρέπει να περπατήσει)
Όμως αφήνει τα πράγματα να εξελιχθούν.
Ελπίζει.
Και επιταχύνει κι ανοίγει πανιά κι ασκούς
κι ό,τι βγει.







Ψηλά


Το τρομερό που του συνέβη,
ήταν ότι δεν του συνέβη τίποτα τρομερό.
Το σιωπηλό λευκό μόνιμα παρθένο μπροστά του,
του ‘κρυβε τους νόμους της καρτερικότητάς του.
ο Λευκός λοιπόν απόσταξε τη Θάλασσα.
Έκοψε τα μακριά μαλλιά του ήλιου σε στυλ μοντέρνο.
Μοίρασε καθρέφτες στ’ αστέρια.
Διόρισε φρουρούς του πεινασμένου ορίζοντα.
Θα έβαφε τον ουρανό.
Το θολωτό ουράνιο μάτι έκλαψε ασταμάτητα,
σα ρίχτηκε πάνω στο γυαλί του η άσπρη μπογιά.
Δεν βαφόταν.
ο Λευκός το έσπασε καχύποπτος
με το αιχμηρό σφυρί του.
Μα από πίσω υπήρχε μάτι άλλο,
πιο αιμάτινα σοφό, πιο κόκκινο και πιο γαλάζιο.
Το ‘σπασε μανιασμένος κι αυτό.
Και πάλι άλλο υπήρχε.
Κι όλο έσπαγε, κι όλο έβγαινε καινούριο.
Η κουκουβάγια χαρούμενα θρηνώντας κάποιο βράδυ,
μου ‘πε
πως ο Λευκός ήταν η αιτία,
που τελευταία ο Ουρανός
ξεμάκραινε συνέχεια από κοντά μας.






Μοβ

Συνομιλήματα αγγέλων
σε λουλουδένια φιόρδ
πλεγμένα
στην πετονιά του νου.






Θαύματα
 
Φτιάχνοντας ένα κόσμο σεληνόφωτος
αέναα αναδευόμενου άοσμου χάους
όνειρα· όνειρα που λιγώνουν
παιγμένα όλα στον ίδιο άχρονο χώρο.
Αποπλανώντας την πηγαία μέθη
με θραύσματα κόσμων νοσταλγικών
που ξεκινήσαν όπως κι όλοι απ’ τη ζωή
ανάμεσα στο τζάμι και την κουρτίνα.
Αγριεμένες ζωές, ψυχές ζωντανεμένες
στου λαιμού το τέντωμα, στο λίκνισμα των ώμων,
στο φίλημα των αστεριών, στ’ ανοίγματα των πόθων,
στις μουσικές που δεν μπορείς
μέσα σου να κρατήσεις.
Ακολουθώντας τις οσμές που δείχνουνε τα μάγια
αερικό φτερούγισμα στα μάτια στην καρδιά
στα χείλια
ανάσα μου πνοή μου πνεύμα μου Θεέ μου
γύρω μου μέσα μου παντού, η αυλή των θαυμάτων.






Γυμνό

Θα μπορούσα να πω
πως ίσως κάποτε τα καταφέρεις
από διασκορπισμένους κι άσχετους σπασμούς,
να ανασυνθέσεις ένα νέο οργασμό.
Δεν θα το πω όμως,
γιατί ούτε καν αυτό
μπορεί να με φοβίσει πια.
Θα μπορούσα να πω
πως μάζεψα και μαζεύω
μπουκέτα ολάκερα — παθητικά, ποικίλοσμα —
δύναμης από κύμα κι αντιμάμαλο.
Δεν θα το πω όμως
γιατί είναι ανώφελο να τραβώ και να τυλίγω
κι άλλη γη κάτω απ’ τα πόδια μου.
Θα μπορούσες έτσι να πεις
δεν με κράτησε, τίποτα, δεν με γέρασε.
Δεν θα το πεις όμως,
για την υγεία του πάθους και της γέννησης
θέλω να μου πεις.
Λέω λοιπόν
πως όταν η νύχτα ξενυχτά μαζί μου
φυλάει πάντα μια απάντηση ή μια ερώτηση
για μένα.
Και κόκκινη μελένια αναμμένη μουσική.
Αναμμένη.
Σα φυτίλι.
Κεριού.
Ή βόμβας.





Ζεις;

Καθώς το πνεύμα γίνεται ελαφρύτερο
σε βλέπω όπως είσαι
χωρίς να χρειάζεται να σε ψάχνω τρελαμένος
στα πρόσωπα των γυναικών.
Σε νιώθω
και ξέρω πού θα σε βρω.
Δεν είσαι ζώο εσύ δεν είσαι σώμα.
Σε πήρα μέσα μου, θα σ’ έχω πάντα.
Είσαι δυο μάτια μαύρα τραγικά
με μαυροκόκκινα ίσια μαλλιά στα πλάγια.
Είσαι καρτούν από μόνη σου.
Είσαι η αίσθηση του τέλειου δοσίματος
που δεν θα υλοποιηθεί ποτέ,
γιατί σου δίνομαι συνέχεια, κάθε στιγμή
που σε ψάχνω στα πρόσωπα των άλλων γυναικών,
κάθε στιγμή
που περιμένω να χτυπήσεις το κουδούνι, κάθε στιγμή
που σε σκέφτομαι και θέλω να σε περιλούσω
με το πάθος μου,
ένα πάθος που αισθάνομαι ότι ποτέ δεν θα φτάσει
στα μεδούλια σου.
Μα εγώ είμαι ήδη στα μεδούλια σου.
Σαλταρισμένε κοριτσίστικε εαυτέ μου δεν μπορεί
να χαμογελάς μέσα στους σπασμούς μου
χωρίς ν’ ακούς που σου χτυπάω με τους σφυγμούς σου
να μου ανοίξεις,
σπαράζοντας
στην αυλή των σκιρτημάτων.
Όμορφη μέσα σε κάθε σπάσιμο
σε κάθε σκίσιμο όμορφη, σε κάθε ήχο. Όμορφη.
Πού είσαι;
Πού είσαι θεά των άθεων
μούσα των άξεστων
ζωή των νεκρών.
Πού είσαι;
Δαγκωματιά στο ακτινίδιο του χάους.



 


Δεν υπάρχουν σχόλια: