ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜάΣ ΚΡΑΤΑΝΕ ΞΥΠΝΙΟΥΣ

Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2010

Μύρισε πως ακούγεται το φως

Η Πεταλούδα ήταν ο άνεμος.
Κι ο άνεμος ήταν άσπρα κρίνα
από τον ήχο της σελήνης.
Η Πεταλούδα κάθισε στο τέλειωμα του ανέμου.
Ίσως να πίστευα πως θα ΄κλαιγε
ή θα ΄κλαιγα, ή ίσως να νόμιζα κάτι άλλο.
Έγινα αόρατος μέσα σ’έναν αόρατο κόσμο.
Ήμουν εγώ η πεταλούδα
φτερόψυχη απ’ τη γλύκα λιγωμένη
ψυχή μες την ψυχή του κόσμου
λαγγεμένη.
Ο άνεμος, εγώ ο μοναδικός που φύσηξε ποτέ,
ο πρώτος άνεμος.







Παιχνίδια



Πετούμενο στην παραλία της πίσω μεριάς,
σαν το νησί που αργόπλοο χάνεται
μες στ’ άλλα νησιά.
Ουράνια οδηγός της ψυχής σου
έρχεσαι από κει που όλα επιτρέπονται
για να επιστρέψεις εκεί γεμίζοντάς τα χώρο,
το δικό σου χώρο.
Παραδομένη στο χρόνο και στη μέθη,
θα ξεφύγεις, γιασεμιά και τουλίπες
και κάποιος φίλος να σου κλείνει τα μάτια.
Ηδυπαθής, γλυκιά σαν καραμέλα
που δεν αντέχει να τη γλείφεις
άλλο μες στο στόμα σου
και θέλει να τη δαγκώσεις.





Επίκληση


Φυλλώματα οι αγκαλιές
φυσήματα ύφη στα φωτισμένα πρόσωπα των πεύκων.
Τέλη, φιλήματα, μοιρολόγια,
ηρωισμοί, μοναξιές, γελοιότητες, τέλη...
Η ψυχή μου είναι τρελή
Θέλω να τρελαθεί κι άλλο.
Θεέ φωνάζω μόνο προς τα Σένα μπορώ φωνάξω.
Κι αυτό είναι το μόνο που μπορώ να φωνάξω.
Φιλήματα στην άμμο
ο άνεμος γλυκά τ’ αγκάλιασε.
Λουλούδια με κλειστά τα μάτια ή ανοιχτά
χορεύουν μεθυσμένα απ’ τ’ άρωμά τους.
Ζωή σκληρή, θεατρική, πουτάνα.
Πουτάνα, σου φωνάζω.
Μα δεν υπάρχεις.
Θεέ μου σώσε με. Τουλάχιστο βόηθα με.
Αν ο Θεός είχε σπίτι, αυτό θα ήταν σε αδιέξοδο.
Αν ο Θεός ήταν ουράνιο τόξο θα ‘θελα να ‘σουν
το μαβί του κι εγώ το κόκκινο.
Θέλω να σου μιλήσω. 









Ζούμε καταστρώνοντας τον τέλειο θάνατο.







2Οός Αιώνας

Και είπε ο άλλος:
«Σφαγμένα αγάλματα, καμένοι πρωταγωνιστές
τρύπια τοπία, άφωνοι χώροι...
η... επανάσταση της άλλης όχθης».
Και η ηχώ είπε:
«Ακολουθούμε όλοι τον ίδιο δρόμο
και κυρίως εμείς που κατουράμε στο νερό
και πίνουμε,
που τρεφόμαστε με λάσπη κι έχουμε
τη γεύση του ουρανού στον ουρανίσκο μας,
που κάθε φορά που βλέπουμε τον ήλιο
είναι σημάδι ότι πάμε καλά.
Στους καταρράχτες σβήνει η εικόνα τ’ ουρανού.
Στους κεραυνούς πνίγεται το νερό».
Κάποιος πήγε ν’ αγκαλιάσει
και του δέσανε τα χέρια.
Κάποιος πήγε να πετάξει
και του καρφώσαν τα φτερά.
Ο άνεμος, αχ ο άνεμος.
Και είπε ο ένας:
«Φωτιά, φωτιά!! Η νύχτα να καεί».
Και είπε ο άλλος.
«Φωτιά, φωτιά!! Να σβήσει η μέρα».
Και έγινε παντού φωτιά.
Και η ηχώ είπε:
«Εδώ στην κορφή της Θάλασσας βλασταίνω,
εκκρίνω
γεννάω το σύμπαν μου εδώ.
Θεοί και Θεές λατρέψτε με εδώ.
Υπόσχομαι Θα πιω το αίμα σου ουρανέ. Δώσ’ το μου».
Χύθηκε ο ουρανός και το ποτάμι πλάταινε.
Και είπαν τα λάβαρα και τα εμβατήρια:
«Πίσω νερό. Μόνο ό,τι καίγεται μπορεί να λάμψει».
Και είπε ο κατακλυσμός:
«Ησύχασε φωτιά. Μόνο ό,τι ρέει μπορεί να ζήσει».
Και ακούστηκε η ηχώ:
«Πηγή και Θάλασσα, γη και ουρανός.
Πότε ποτάμι και πότε κεραυνός.
Ποτέ δεν φύγαμε, κι έχουμε φτάσει, και ταξιδεύουμε».
Και εμφανίστηκε η ουράνια πύλη
κι άρχισε ν’ απλώνεται.
Κι έγινε ίριδα παντού, όλος ο θόλος
μια ουράνια ίριδα.
Κι οι ίριδες γλύκαναν, κατάλαβαν, κοιτάχτηκαν.
Δεν είπαν τίποτα.


Δροσιά μου

Χώνω τη γλώσσα μου μες στ’ άδυτα
των πρόσκαιρων λαμπερών οσμών.
Ο αναζητούμενος καθρέφτης με δαγκώνει ηδονικά,
λούζει τις ίνες μου με φόβους και σκοπούς.
Στη θέση πια του κισσού,
μια λίμνη παπαρούνες ανασταίνονται.
Καρδιά, φυλάκισέ τες!
Ψυχή, τραγούδησέ τες!
Κορμί μου διασκορπίσου!
Αισθήσεις μου ενωθείτε!
Μέλισσες πάψτε λίγο!
Αίμα μου, χρωμάτισε όλους αυτούς
τους αδύναμους μουσαμάδες μας!
Ανάσα μου, ρούφηξε τη μανιασμένη μελωδία
ενός κόκκου γύρης
που χάνεται στη βαθύτερη σχισμή της Άνοιξης!
Χώρε υπάρχεις, πρόδωσέ με!!!
Δροσιά μου, μ’ ένα φιλί σε φίλησα με όσα
φιλιά έχω ποτέ δώσει...




 


Παρίσι ‘92

Ας αφήσουμε λοιπόν τα παραθυράκια μας ανοιχτά
κι ας μη μιλάμε άλλο γι’ αυτά.
Ας μιλήσουμε για το κρασί που κατεβαίνει
απ’ το ταβάνι και τους τοίχους.
Αλλά όχι, καλύτερα να πούμε για την τρελή
συνείδηση που γεμίζει τα κενά με Τίποτα
και στύβει το φόβο, τη ντροπή, την ενοχή
πάνω απ’ το στόμα της σαν ένα τσαμπί
μαύρα γυαλιστερά σταφύλια και γλείφεται.
Που τη ρωτάν: «Γιατί;» και λέει: «Τίποτα».
Που τα βλέπει όλα, μα όλα μοναχά τους
και λέει: «Τι ‘ν’ αυτό; Κι αυτό τι είναι;
Τίποτα, τίποτα, Τίποτα ... Αθροίστε Τα».
Απόψε η καρδιά μου είναι βαριά.
Μα πότε νοιάστηκα για την καρδιά μου;

Δεν υπάρχουν σχόλια: